ασχέδωρος

ἀσχέδωρος, ο (Α)
ονομασία του αγριόχοιρου στη Μεγάλη Ελλάδα.
[ΕΤΥΜΟΛ. Πιθ. ο τ. ασχέδωρος < *αν-σχε-δορF-ος < ανασχείν + δόρυ «αυτός που προβάλλει αντίσταση στο ακόντιο» (πρβλ. μεν-εγχής, μεν-αίχμης «ο καρτερικός στη μάχη»). Ο τ. ανήκει στη διάλεκτο της Μεγάλης Ελλάδας και αποτελεί εκφραστική ονομασία του αγριόχοιρου].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἀσχέδωρος — wild boar masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσχεδώρου — ἀσχέδωρος wild boar masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσχέδωρον — ἀσχέδωρος wild boar masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • deru-, dō̆ ru-, dr(e)u-, drou-; dreu̯ǝ- : drū- —     deru , dō̆ ru , dr(e)u , drou ; dreu̯ǝ : drū     English meaning: tree     Deutsche Übersetzung: “Baum”, probably originally and actually “Eiche”     Note: see to the precise definition Osthoff Par. I 169 f., Hoops Waldb. 117 f.; in addition… …   Proto-Indo-European etymological dictionary

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.